Τρίτη, 9 Δεκεμβρίου 2014

Το χριστουγεννιάτικο καραβάκι, Ειρήνη Βασιλείου


Ήταν η ομορφότερη νύχτα του κόσμου. Η νύχτα της παραμονής των Χριστουγέννων.

Το κρύο ήταν τσουχτερό. Την πόλη αγκάλιαζε η πα­γωμένη ανάσα του χειμώνα. Οι πρώτες νιφάδες του χιονιού είχαν ξεκινήσει το χορό τους από νωρίς το πρωί. Ως το βραδάκι, ένα απαλό, λευκό, αφράτο στρώμα είχε καλύψει κάθε γωνίτσα της πόλης.
Τα παιδιά είχαν στήσει πανηγύρι παιχνιδιού έξω στις γειτονιές. Είχαν χωριστεί κιόλας σε ομάδες κι έπαιζαν χιονοπόλεμο. Οι χαρούμενες φωνές τους έδι­ναν μια νότα ζωντάνιας στη σιγαλιά της ημέρας που είχε ντυθεί στα επίσημα λευκά της.
Όταν άρχισε να σουρουπώνει, τα παιδιά έκαναν διαγωνισμό ποιο απ' όλα θα έκανε τον ωραιότερο χιονάνθρωπο. Μια αληθινή μάχη ξεκίνησε τότε, και από τα ψυγεία των σπιτιών εξαφανίστηκαν τα καρότα που χρησίμευαν για μύτη, οι ελιές που θα ήταν τα μάτια, και τα σέλινα που θα σχημάτιζαν το στόμα. Υλικά απα­ραίτητα για την κατασκευή ενός προσώπου. Μερικές νοικοκυρές, πάλι, έχασαν το μάλλινο κουβάρι πλεξί­ματος, γιατί τα παιδιά έφτιαξαν κορίτσια χιονάνθρω­πους, που ήθελαν κόκκινα, καστανά, ξανθά και μαύρα μαλλιά, ανάλογα με το τι είχε απομείνει στο σπίτι από το πλέξιμο.
Στο τέλος, πάντως, όλα βγήκαν νικητές, γιατί κα­νείς δεν μπορούσε να πει ποιος είναι ο καλύτερος. Κάθε χιονάνθρωπος ήταν ωραίος και μοναδικός, σαν τους ανθρώπους. Καθένας τους ήταν διαφορετικός και είχε τη δική του ξε­χωριστή ομορφιά.
Αποκαμωμένα από την κούραση, τα παιδιά επέστρεψαν στα σπίτια τους. Ανάμεσα τους ο εννιάχρονος Γρηγόρης και η οχτάχρονη αδελφή του Ισμήνη, οι μικροί μας πρωταγωνιστές. Κάθονταν στο τραπέζι του σαλονιού, και στα πρόσωπα τους καθρεφτίζονταν κιόλας όλα τα χρώματα από τα λαμπιόνια του στολισμένου χριστου­γεννιάτικου δέντρου, που αναβόσβηναν ρυθμικά. Μέ­σα στο δωμάτιο είχαν ανοιχτό μονάχα ένα πορτατίφ για να μη σκιάζει τίποτα τη λαμπρότητα του δέντρου, που είχε την τιμητική του.
Βουτηγμένοι στις λάμψεις και τα χρώματα, απο­λάμβαναν τη ζεστή σοκολάτα που τους είχε ετοιμάσει η μαμά, ενώ εκείνη άπλωνε περήφανη τις πιατέλες με τα γλυκά πάνω στον μπουφέ του σαλονιού, φιλώντας πεταχτά τον μπαμπά. Ανυπομονούσαν να τα δοκιμά­σουν, γιατί οι μυρωδιές από τους κουραμπιέδες και τα μελομακάρονα που ψήνονταν από το πρωί, τους εί­χαν σπάσει τη μύτη.
Ο μπαμπάς έλεγε και ξανάλεγε ικανοποιημένος στη γυναίκα του:
— Αν δε μυρίσει το σπίτι χριστουγεννιάτικα γλυκά, δεν καταλαβαίνεις Χριστούγεννα!
Τα παιδιά, όμως, περίμεναν πώς και πώς τον ερχο­μό του παππού και της γιαγιάς, γιατί, τις γιορτές, ήταν παράδοση να τις περνούν όλοι μαζί. Και οι ιστορίες που διηγόταν ο παππούς, ήταν καταπληκτικές. Τι ευ­τυχία για τα παιδιά, που είχαν σκοπό να μην κλείσουν μάτι όλη νύχτα! Μετά το φαγητό, είχαν σκοπό να κά­νουν πιτζάμα πάρτι.
— Είδες τι χιόνι έριξε σήμερα, γιαγιάκα; φώναξε γεμάτος ενθουσιασμό ο Γρηγόρης.
— Ναι! Κι ο χιονάνθρωπος που φτιάξατε είναι υπέ­ροχος! συμφώνησε εκείνη.
— Μακάρι να μείνει το χιόνι κι αύριο, για να παίξου­με! ευχήθηκε η Ισμήνη.
— Έλα, ώρα να γράψουμε το γράμμα μας στον Αϊ-Βασίλη, πρότεινε ο Γρηγόρης στην αδελφή του.
Τα παιδιά πήγαν στο δωμάτιο τους κι άρχισαν να γράφουν πάνω σε μια κόλλα χαρτί:

Αγαπητέ μας Αϊ-Βασίλη,
Ελπίζουμε το γράμμα μας να σε βρίσκει καλά, και σου ευχόμαστε Χρόνια Πολλά!
Είμαστε αδέλφια και σου στέλνουμε μαζί αυτό το γράμμα, για να μη χάνεις την ώρα σου, μιας και θα 'χεις πολλή δουλειά και φέτος.
Η Ισμήνη θέλει πολύ να της φέρεις ένα ηλεκτρονικό παιχνίδι για την τηλεόραση κι ένα σκύλο.
Εγώ, πάλι, θα ήθελα ένα πατίνι, γιατί το παλιό μου έσπασε, κι ένα κομπιούτερ για να παίζω ηλεκτρονικά.
Σ' ευχαριστούμε και σε αγαπάμε!

Γρηγόρης - Ισμήνη

ΥΓ.: Επειδή τα δώρα δε θα χωράνε στην κάλτσα, μπορείς να τα βάλεις κάτω απ' το χριστου­γεννιάτικο δέντρο στο σαλόνι...

— Πάμε τώρα να βάλουμε το γράμμα μας στην κάλ­τσα, στο τζάκι, είπε ο Γρηγόρης, και τα παιδιά πήγαν στο σαλόνι.
Το ραδιόφωνο έπαιζε παραδο­σιακά χριστουγεννιάτικα τρα­γούδια. Το γιορτινό τραπέζι ήταν έτοιμο. Η γαλοπούλα, ροδοκόκκινη, άχνιζε δίπλα στις ξεροψημένες πατάτες φούρνου. Η γιαγιά έφερε δύο σαλάτες στολισμένες με ρόδια, κι όλοι μαζί κάθησαν να φάνε. Το φαγητό ήταν πολύ νόστιμο.
Ο παππούς σηκώθηκε απ' την καρέκλα του, πήρε τα κλειδιά του αυτοκινήτου του και προχώρησε προς την πόρτα.
— Εγγονάκια μου, σας έχω ετοιμάσει μια έκπληξη, τους είπε, ενώ γελούσαν ακόμα και τα μουστάκια του. Περιμένετε δυο λεπτά να σας τη φέρω.
— Δεν είδα να έχει κανένα πακέτο ο παππούς μαζί του, παρατήρησε γελαστά η Ισμήνη.
Το έκρυψε στο πορτ μπαγκάζτου αυτοκινήτου, εξήγησε η γιαγιά.
Τα παιδιά σηκώθηκαν και περίμεναν ανυπόμονα πί­σω από την εξώπορτα. Η Ισμήνη χάζεψε για λίγο το κορίτσι χιονάνθρωπο που είχαν φτιάξει. Ξαφνικά, της φάνηκε σαν να φωτίστηκε το πρόσωπό του. Σκέφτηκε πως θα ήταν της φαντασίας της.
Ο παππούς έφτασε κρατώντας ένα μεγάλο πακέτο σκεπασμένο με κάτι πανιά. Ακούμπησε το δώρο πάνω στο παχύ χαλί του σαλονιού.
— Αυτό το πακέτο είναι οι προσωπικές μου αναμνή­σεις από παιδί. Και λέω να σας το χαρίσω φέτος την Πρωτοχρονιά. Είναι μέρος της παράδοσης της οικογένειάς μας, είπε συγκινημένος.
Τράβηξε το πανί που σκέπαζε το δέμα, κι ένα όμορ­φο ελληνικό καράβι αποκαλύφθηκε.
— Πω πω! Τέλειο! Τέτοια παιχνίδια είχες εσύ, παπ­πού; φώναξε με θαυμασμό ο Γρηγόρης.
— Στα χρόνια μας, παιδιά μου, δεν υπήρχαν χρι­στουγεννιάτικα δέντρα, και στο γιορτινό τραπέζι δεν τρώγαμε γαλοπούλα. Αυτά τα έθιμα είναι ξενόφερτα. Τα δικά μας έθιμα ήταν διαφορετικά. Εμείς στολίζαμε το καραβάκι, αντί για χριστουγεννιάτικο δέντρο, και τις γιορτινές μέρες σφάζαμε κατσικάκι ή γουρουνάκι, ανάλογα με το τι είχε καθένας.
— Πολύ όμορφο το καραβάκι σου, παππού, όμως εγώ προτιμώ καλύτερα το χριστουγεννιάτικο δέντρο, γιατί το στολίζουμε περισσότερο και του βάζουμε και
λαμπάκια που ανασβοσβήνουν, είπε η Ισμήνη.
— Μα και στο καραβάκι μπορούμε να βάλουμε λα­μπάκια. Μάλιστα, σας έχω φέρει μια σειρά, για να το βάλουμε στο δωμάτιό σας, απάντησε ο παππούς.
— Τέλειο, παππού! Πάντα θέλαμε ένα ωραίο χρι­στουγεννιάτικο στολίδι μέσα στο υπνοδωμάτιό μας! Τώρα θα έχουμε το παραδοσιακό καραβάκι μας! φώναξε χαρούμενα ο Γρηγόρης, και όλοι μαζί πήγαν μέσα να το στολίσουν.

Όταν τελείωσαν, άναψαν τα λαμπάκια, κι όλοι μαζί χειροκρότησαν.
— Όταν ήμουν μικρός όπως εσείς, το χάζευα που το στόλιζε η μάνα μου πάνω στον μπου­φέ του σπιτιού μας. Κοιτούσα κάθε λεπτο­μέρεια του καραβιού και σκεφτόμουν ποιος τεχνίτης μπορούσε να φτιάξει ένα τόσο λεπτό έργο τέχνης. Και η μάνα μου ξέρετε τι μου έλεγε; ρώ­τησε όλος καμάρι ο παππούς.
— Πως το έφτιαξε ο Αϊ-Βασίλης! πετάχτηκε η Ισμήνη.
— Ακριβώς, μικρή μου! συμφώνησε η γιαγιά. Όσο κι αν κάποια έθιμα και παραδόσεις αλλάζουν με το πέ­ρασμα των χρόνων, ορισμένα πράγματα παραμένουν πάντα ίδια. Το καραβάκι μπορεί να έδωσε τη θέση του στο χριστουγεννιάτικο έλατο, ο Αϊ-Βασίλης όμως πά­ντα θα φέρνει δώρα στα παιδιά.
Τα δύο παιδιά κοιτάχτηκαν με νόημα. Πιάστηκαν αγκαλιά και πηγαίνοντας στο δωμάτιό τους για να βάλουν τις πιτζάμες τους, αναρωτήθηκαν αν ο Αϊ-Βασίλης υπήρχε μονάχα στη φαντα­σία των μικρών παιδιών. Πέρυσι παραμό­νευαν στην πόρτα του σαλονιού για να τον δουν να μπαίνει στα κρυφά από την καμινάδα, χωρίς όμως να δουν τίποτα. Τους πήρε ο ύπνος, κι όταν ξύπνησαν, τα δώρα που είχαν παραγγείλει βρίσκο­νταν κάτω από το δέ­ντρο, δίπλα στο τζάκι. Τα αδέλφια υπέθεσαν πως θα τα είχαν αγορά­σει οι γονείς τους. Αλλά και πάλι δεν ήταν και τόσο βέβαια! Αν δεν τους είχε πά­ρει ο ύπνος... Αυτή τη φορά, όμως, δε θα την ξα­ναπατούσαν! Είχαν καταστρώσει ολό­κληρο σχέδιο για την αποψινή νύχτα. Όσο κι αν νύσταζαν, κανείς τους δε θα έκλεινε μάτι. Ήθελαν να δουν τον Αϊ-Βασίλη. Στο σχέδιό τους θα συμμετείχαν όλα τα παιδιά της γειτονιάς. Κανείς δε θα κοιμόταν απόψε το βράδυ στην οδό Βαλαωρίτου. Είχαν οργα­νώσει ένα πιτζάμα πάρτι, αλλιώτικο από τα άλλα. Και είχαν συμφωνήσει πως αν κάποιο παιδί κοιμόταν, το αδελφάκι του ή κάποιος απ' την παρέα τους έπρεπε να φυλάει τσίλιες στη θέση του.
Όταν, λοιπόν, το τηλέφωνο του σπιτιού χτύπησε κατά τη μιάμιση μετά τα μεσάνυχτα, η Ισμήνη πρόλα­βε και το σήκωσε. Ο Ανδρέας, ο γείτονας τους, έδω­σε το πρώτο σήμα.
— Εντάξει! Οι γονείς μας κοιμήθηκαν! Ο Σπύρος κι εγώ θα κοιμηθούμε σε βάρδιες. Καλή τύχη!
— Και οι δικοί μας πάνε για ύπνο! Σε λίγη ώρα ξεκι­νάμε κι εμείς το ξενύχτι, ψιθύρισε η Ισμήνη.
— Ποιος είναι στο τηλέφωνο, γλυκιά μου; ρώτησε η μαμά, κοιτάζοντας το ρολόι της.
— Ο Ανδρέας... Εύχεται καλή Πρωτοχρονιά, είπε αδύναμα η μικρή.
Η μαμά και ο μπαμπάς κοιτάχτηκαν με απορία, για­τί τους έκανε εντύπωση η ώρα που το γειτονόπουλο διάλεξε για να τους ευχηθεί. Όμως, ανασήκωσαν κάπως παραξενεμένοι τους ώμους και κουκουλώθηκαν με το πάπλωμά τους.
Μισή ώρα αργότερα, το σπίτι ήταν σιωπηλό. Οι με­γάλοι είχαν αποκοιμηθεί. Ο Γρηγόρης και η Ισμήνη παρίσταναν τους κοιμισμένους. Περπατώντας στις μύτες των ποδιών τους, έλεγξαν αν ήταν κανείς ξύπνιος.
— Ωραία! Όλοι κοιμού­νται! Έλα να παίξουμε Γκρινιάρη, πρότεινε ο Γρηγόρης.

Η ώρα περνούσε χωρίς να το καταλάβουν καθόλου. Κι αφού είχαν παίξει. πια αρκετά επιτραπέζια, τώρα έβλεπαν ένα παιδι­κό έργο στο βίντεο, όταν την προσοχή τους τράβηξε ένας παράξενος θόρυ­βος. Κάτι που έμοιαζε με μηχανή πλοίου ακουγόταν στο δωμάτιο. Τι ήταν;
Το γιορτινό καραβάκι του παππού είχε μεγαλώ­σει! Είχε γίνει τεράστιο! Σωστό καράβι! Και μέσα του χωρούσαν όλα τα παιδιά της οδού Βαλαω­ρίτου. Η Μαρία μαζί με την αδελφή της την Ηρώ, ο Βαγγέλης, η Φλώρα, ο Ανδρέας και ο Σπύρος.
Τα παιδιά βρίσκονταν κιόλας επάνω του και τους φώναζαν να ανεβούν.
— Βιαστείτε! Δεν έχουμε χρόνο! Αλλιώς δε θα μας επισκεφθεί φέτος την Πρωτοχρονιά ο Αϊ-Βασίλης, προειδοποιούσαν.
Δίχως να το πολυσκεφτούν, όπως γίνεται καμιά φο­ρά στα όνειρα, με ένα μεγάλο σάλτο τα παιδιά ανέβη­καν στο καραβάκι. Ξαφνικά, ένα χρυσαφένιο φως πλημμύρισε το δωμάτιο. Ένα χαριτωμένο αστεράκι με στρουμπουλά κόκκινα μάγουλα και μωρουδίσια, ολοστρόγγυλα μάτια, τους συστήθηκε.
— Είμαι το αστέρι των Χριστουγέννων. Αποστολή μου είναι να σας οδηγήσω όλους στην Καισαρεία, στο σπίτι του Αϊ-Βασίλη.
— Καλέ, εκεί έχει κρύο! Θα ξεπαγιάσουμε! φώναξε η Ισμήνη.
— Μη φοβάστε! Εγώ θα σας οδηγήσω όλους σας ασφαλείς στον προορισμό μας, τους καθησύχασε το αστεράκι, ρίχνοντας μια αγκαλιά αστερόσκονη σε όλους.
— Κοιτάξτε! Όλοι μας εί­μαστε πασπαλισμένοι με αστερόσκονη και γυαλίζουμε σαν μαγικοί, είπε ο Γρηγόρης.
—Αυτή η σκόνη σάς προστατεύει απ' το κρύο και την πραγματικότητα, εξήγησε το αστεράκι, που φαι­νόταν να το διασκεδάζει πολύ.
— Εντάξει για το κρύο! Αλλά να μας προστατεύει κι από την πραγματικότητα; Γιατί; Δεν το καταλαβαίνω, είπε παραξενεμένη πάλι η Ισμήνη, βλέποντας το δέρ­μα των φίλων της αλλά και το δικό της, που γυάλιζε σαν χρυσαφένιο.
— Επειδή στα ταξίδια της φαντασίας, η πραγματι­κότητα μόνο σε μπελάδες θα μας βάλει, απάντησε το αστεράκι.
εικόνα1
 — Γιατί, δηλαδή, δε θα 'ρθει ο Αϊ-Βασίλης; στραβο­μουτσούνιασε ο Γρηγόρης. Μια φορά του τη στήσαμε κι εμείς για να τον δούμε, κι εκείνος μας την κοπάνησε.
Ξαφνικά, τα παιδιά τραντάχτηκαν. Το καραβάκι υψώθηκε απότομα πάνω από το έδαφος, ξεκινώντας το ταξίδι τους, με αποτέλεσμα όλα τους να κουτρουβαλιαστούν.
— Ωχ! Συγνώμη! Νομίζω πως είμαι λίγο αδέξιο! δι­καιολογήθηκε το αστέρι των Χριστουγέννων, που είχε πετάξει μια χρυσαφένια κούνια αγκαλιάζοντας το καράβι για να το μεταφέρει πάνω από τις στέγες των σπιτιών προς την Καισαρεία.
Το φεγγαράκι, που τους κοιτούσε από περιέργεια, ξεκαρδίστηκε στα γέλια με την αδεξιότητα του αστε­ριού.
— Κάθε χρόνο ατζαμήδες στέλνουν! το κορόιδεψε.
—Όχι πως διαμαρτύρομαι, αλλά τελικά θα μου εξη­γήσει κανείς γιατί πηγαίνουμε εμείς στον Αϊ-Βασίλη, αντί να έρθει εκείνος σε εμάς; απόρησε ξανά ο Γρηγόρης.
— Απ' όλα τα παιδιά του κόσμου, εσείς είστε τα μό­να που παρέμειναν ξύπνια φέτος να τον περιμένετε. Γι' αυτό, σας διάλεξε βοηθούς του για μια μοναδική και κρυφή αποστολή! Να τον βοηθήσετε να βρει ξανά το έλκηθρό του, που του το έκλεψαν. Γιατί, δίχως αυ­τό, δε θα προλάβει να μοιράσει τα δώρα φέτος στα παιδιά... απάντησε με μια ανάσα το αστεράκι.
— Δεν μπορεί να είναι αλήθεια! Ποιος του έκλεψε το έλκηθρο; ρώτησε η Ισμήνη. Το αστεράκι ξεφύσηξε ανήμπο­ρο να απαντήσει, και τότε το κα­ραβάκι τραντάχτηκε απ' την ανά­σα του και τα παιδιά ξαναβρέθηκαν φαρδιά-πλατιά κάτω.
— Ωχ! Με συγχωρείτε και πάλι! δικαιολο­γήθηκε το αστέρι αγριοκοιτώντας το φεγ­γάρι, που αυτή τη φορά έπνιγε τα γέλια του στις φεγγαραχτίδες του.
— Μα κοιτάξτε! Φτάνουμε στην Καισαρεία, τη χώρα του Αϊ-Βασίλη! φώναξε η Ηρώ.
Τα παιδιά κοίταξαν κάτω και αντίκρισαν ένα πανέ­μορφο ξύλινο σπιτάκι, ζωγραφισμένο με πολύχρωμες πινελιές σε χαρούμενα χριστουγεννιάτικα σχέδια - γκι, ζαχαροκάλαμα, έλατα, τάρανδους, πακέτα δώ­ρων, χιονάνθρωπους...
Από το τζάκι που έκαιγε, έβγαινε καπνός. Το σπιτά­κι ήταν περιφραγμένο με ένα φράχτη και 'κει τριγύρω, σε κάτι μικρότερα ξύλινα σπιτάκια, βρίσκονταν τα ερ­γαστήρια που έφτιαχναν παιχνίδια. Εκεί, ο Αϊ-Βασίλης με τη βοήθεια των ξωτικών κατασκεύαζε και τύλιγε τα παιχνίδια του σε όμορφα πακέτα.
Το καραβάκι προσγειώθηκε στον κήπο, πάνω στο απαλό χιόνι. Το αστεράκι είχε επιστρατεύσει όλη του τη λάμψη για να φωτίσει όσο καλύτερα μπορούσε το μέρος, ώστε να το απολαύσουν τα παιδιά. 'Ενα-ένα κατέβηκαν απ' το πλοίο. Τους υποδέχθηκε ο ίδιος ο Αϊ-Βασίλης, που στεκόταν στην εξώπορτα του σπιτιού.
— Καλώς μου τα, καλώς μου τα! φώναζε καλό­καρδα. Περάστε μέσα και σας περιμένει ζεστό γλυ­κό τσάι για να ζεσταθείτε. Έχουμε και κουραμπιέ­δες και μελομακάρονα!
Ο Βαγγέλης, που ήταν λιχούδης, ξερογλείφτηκε. Το σπιτάκι ήταν πολύ ζεστό και μοσχοβολούσε κα­νέλα και φουρνισμένη ζάχαρη.
Ο Αϊ-Βασίλης τους κερνούσε όλους γεμάτος χα­ρά. Είχε ροδοκόκκινα μάγουλα και γελαστό πρό­σωπο. Τα άσπρα του μαλλιά και τα χιονένια γένια του, έκαναν αντίθεση με το αναψοκοκκινισμένο πρόσωπό του, που ήταν γεμάτο καλοσύνη.
— Μα έχει μυωπία και φορά γυαλιά; ρώτησε η Φλώρα.
— Πού τα βλέπετε τα γυαλιά; διαμαρτυρήθηκε η Μαρία.
— Μπας και έχεις τσί­μπλα στο μάτι; είπε θυ­μωμένη η Φλώρα στη Μαρία.
— Ησυχάστε, παιδιά μου, είπε ο Αϊ-Βασίλης. Ό,τι παρατηρεί καθένας σας γύρω του, είναι σω­στό. Τα πάντα σ' αυτόν εδώ τον τόπο είναι μαγικά. Καθένας από σας μπορεί να με βλέπει με τα δικά του μάτια. Για τη Φλώρα, μπορεί να φορώ γυαλιά, για τη Μαρία όχι. Για το Σπύρο να κρατώ σανί­δα του πατινάζ, για τον Ανδρέα να είμαι πάνω σε ιστιοσανίδα. Σ' αυ­τόν τον τόπο, ο καθέ­νας από σας μπορεί να κάνει πραγματικότητα κάθε του σκέψη.
— Δηλαδή, αν τώρα σκε­φτώ πως θέλω μια σακούλα παγωτά, θα την έχω; ρώτησε διστακτικά ο Βαγγέλης.
— Μα και βέβαια! Αρκεί να το λαχταράς με την καρ­διά σου, τον διαβεβαίωσε ο Αϊ-Βασίλης και, ξαφνικά, μια σακούλα με λαχταριστά παγωτά παρουσιάστηκε εμπρός στο Βαγγέλη.
— Τέλεια! φώναξε ο Γρηγόρης, ανήμπορος να κρύ­ψει τη χαρά του, κι έκλεισε τα μάτια του για να ευχη­θεί το πατίνι που επιθυμούσε.
Αμέσως, μπροστά του εμφανίστηκε το πατίνι που ευχήθηκε.
Τα παιδιά ακολούθησαν το παράδειγμα του.
Η Ισμήνη ευχήθηκε να είχε το σκύλο που λαχτα­ρούσε, και τότε ένα χαριτωμένο σκυλάκι βρέθηκε στην αγκαλιά της.
Ο Σπύρος βρέθηκε αγκαλιά με μια σανίδα του πατι­νάζ, ο Ανδρέας αγκαλιά με μια ιστιοσανίδα, η Μαρία με ένα κουκλόσπιτο, η Φλώρα με μια φωτογραφική μηχανή, η Ηρώ με μια κούκλα που μιλούσε...
Τόσο εύκολα, λοιπόν, κατασκεύαζε ο Αϊ-Βασίλης τα παιχνίδια του; Γι' αυτό τους προλάβαινε όλους; Τα παιδιά άρχισαν να εύχονται κι άλλα πράγματα, και οι ευχές τους εκπληρώνονταν αμέσως.
Και όσο τα παιδιά εύχονταν κι άλλα παι­χνίδια, τόσο το σπιτάκι του Αϊ-Βα­σίλη μεγάλωνε για να χωρέσει τα δώρα. Μεγάλωνε και όλο με­γάλωνε...
εικόνα2Μέχρι που τα παιδιά, από τα πολλά δώρα που κατασκεύαζαν με τη φαντασία τους, έχτισαν σωρό πελώρια βουνά μπροστά τους κι έπαψαν να βλέπουν το ένα το άλλο. Ένιωσαν σαν χαμένα.
— Μα τι κάνουμε τώρα; αναρωτήθηκαν όλα μαζί κι ευχήθηκαν να ξαναβρίσκο­νταν μαζί, παρέα με τον Αϊ-Βασίλη.
Αμέσως η ευχή τους πραγματοποιήθηκε και ξανα­βρέθηκαν όλοι μαζί στο μικρό φιλόξενο σπιτάκι.
— Πόσο εύκολα ξεμυαλίζεται κανείς σ' αυτόν τον τόπο! πρόλαβε να πει ο Γρηγόρης
— Να μας συγχωρείς, Αϊ-Βασίλη, δικαιολογήθηκε η Ισμήνη, αλλά εδώ είναι ο παράδει­σος των παιδιών!
— Εμείς ήρθαμε για να σε βοηθήσουμε, όπως μας παράγγειλες, πρόσθε­σε ο Βαγγέλης.
— Πες μας τι πρέπει να κάνουμε για να μη χάνουμε χρό­νο, συμπλήρωσε ο Ανδρέας.
— Λοιπόν, παιδιά μου, πρέπει να βρούμε το έλκη­θρο και τους τάρανδους των Χριστουγέννων, προτού ξημερώσει. Γιατί, αν ξημερώσει και δεν έχω πάει τα δώρα στα αγαπημένα μου παιδιά, θα τα απογοητεύ­σω και οι μικροί μου φίλοι θα χάσουν την πίστη τους σε μένα.
— Μα αφού σ' αυτόν τον τόπο ό,τι ευχηθεί κανείς γί­νεται, γιατί δεν εύχεσαι να βρεις το έλκηθρο και τους τάρανδους ώστε να εμφανιστούν αμέσως μπροστά σου και να μην ψάχνεις άδικα; ρώτησε ο Σπύρος.
— Όπως είπες κι εσύ, ό,τι ευχηθεί κανείς γίνεται εδώ πέρα. Αυτό είναι το πρόβλημα. Κάποιος από 'δω, ευχήθηκε να χάσω το έλκηθρο και τους τάρανδους, ώστε να μην έρθουν τα φετινά Χριστούγεννα. Κι εγώ δεν μπορώ να επέμβω στην ευχή που έχει κάνει κά­ποιος άλλος. Επομένως, με μαγικά δεν μπορώ να τα ξαναβρώ, απάντησε ο Άγιος.
— Κάτι πρέπει να γίνει! Και γρήγορα μάλιστα! Προ­τού ξημερώσει η μέρα και τα παιδιά ανακαλύψουν πως ο Αϊ-Βασίλης δεν τα επισκέφθηκε, είπε, έτοιμος για δράση, ο Γρηγόρης.
— Αν δε βρισκόμουν εδώ απόψε, μια ζωή θα αμφέ­βαλλα για την ύπαρξή σου, Αϊ- Βασίλη! Συγνώμη κιό­λας που σου το λέω... εξομολογήθηκε λυπημένα η Ισμήνη.
— Όλο το χρόνο ακούω τις ευχές σας. Ό,τι εύχεστε φτάνει στ' αφτιά μου. Το δύσκολο, όμως, είναι να ικα­νοποιήσω τις επιθυμίες παιδιών που δε ζητούν δώρα αλλά αγάπη, τροφή, στέγη. Όλη κι όλη η δύναμη μου διαρκεί μία νύχτα! Τι να πρωτοκάνω; Βλέπετε, ο δικός σας κόσμος εκεί κάτω είναι πολύ πραγματικός για να μπορέσω να χωρέσω!
Πόσο δίκιο είχε ο Αϊ-Βασίλης, σκέφτηκαν τα παιδιά, και τι δε θα 'διναν να αλλάξουν κάτι, αυτή τη νύχτα που είχαν τη δύναμη! Και τότε, τους ήρθε μια φοβερή ιδέα! Αφού είχαν για μια βραδιά τη δύναμη να πραγ­ματοποιήσουν τις επιθυμίες τους, δε θα άφηναν τέ­τοια ευκαιρία να πάει χαμένη. Θα έστελναν στα λιγό­τερο τυχερά παιδιά αγάπη, τροφή και στέγη!
Σχημάτισαν έναν κύκλο κι άρχισαν να εύχονται με όλη τη δύναμη της ψυχής τους ό,τι είχαν ανάγκη τα λιγότερο τυχερά παιδιά της γης!
Τις ευχές των παιδιών, που ήταν για το καλό των άλ­λων, άκουσαν οι άγγελοι του ουρανού και τότε μελω­δίες αγγελικές που καλωσόριζαν τον ερχομό του Χρι­στού πάνω στη γη και το θρίαμβο της αγάπης, ξεχύ­θηκαν από τα ουράνια. Κι ενώ τα αστέρια είχαν βάλει τα δυνατά τους να φωτίσουν τη νύχτα σαν να 'ταν μέ­ρα, μυρωδιές λιβανιού και λουλουδιών ευωδίασαν!
Ο Αϊ-Βασίλης πλησίασε τα παιδιά συγκινημένος.
— Είμαι πολύ περήφανος για σας! Μου κάνατε το ωραιότερο δώρο της ζωής μου! Χρησιμοποιήσατε προς όφελος κάποιου άλλου τη δύναμη που έχετε σ' αυτόν τον τόπο. Αντί να ζητήσετε, προσφέρατε! Και η προσφορά σπανίζει στον πραγματικό κόσμο! Είστε σπάνια παιδιά! Αυτά τα Χριστούγεννα, ακόμα κι αν δε βρω το έλκηθρο μου, θα έχω χαρίσει στα παιδιά ό,τι δεν μπόρεσα μέχρι σήμερα: την ελπίδα πως υπάρχει ένας Αϊ-Βασίλης για όλους εκείνους που νιώθουν ότι τον χρειάζονται.
— Κανένα παιδί δε θα αφήσουμε παραπονεμένο. Όχι όσο περνάει απ' το χέρι μας, φώναξε με θάρρος η Ηρώ.
εικόνα3— Γρήγορα, μαζευτείτε όλοι πάνω στο καράβι! Θα κάνουμε συμβούλιο!
— Τι είναι πάλι τούτο; ρώτησε ο Ανδρέας.
—Συμβούλιο, καλέ! εξήγησε η Μαρία. Να σκεφτού­με όλοι μαζί.
— Μην κουράζετε το μυαλουδάκι σας, ακούστηκε μια ψιλή φωνούλα. Εγώ θα σας πω ποιος είναι ο υπεύ­θυνος για το φετινό χάλι...
Τα παιδιά αντίκρισαν ένα παχουλό ξωτικό που κρα­τούσε στο χέρι του μια σόδα. Ρεύτηκε, κοκκίνισε, ζή­τησε συγνώμη και μετά συνέχισε.
— Το λοιπόν, εμένα με λένε Λιχούδη! Και όπως βε­βαίως το λέει και το όνομά μου, μου αρέσουν πολύ οι λιχουδιές. Φέτος, λοιπόν, τις παραμονές και αφού όλη η δουλειά με τα δώρα είχε τελειώσει, σκέφτηκα να κλέψω για λίγο το έλκηθρο του Αϊ-Βασίλη για να κάνω μια βόλτα στη γη! Μύριζα τα γλυκά που έφτιαχναν οι μαμάδες σας και κόντευα να λιποθυμήσω! Γιατί να μη διασκεδάσω κι εγώ λιγάκι; Μήπως ήταν η πρώτη φο­ρά που θα σας έκανα επίσκεψη παραμονή Χριστουγέννων; είπε σκανδαλιάρικα. Τέ­λος πάντων, εγώ ευθύνομαι για την απαγωγή του έλκη­θρου, όχι όμως και για την εξαφάνισή του! Εί­χα σκοπό να το επι­στρέψω!
— Τι είναι πάλι τούτα που μας λες; Αν το έκλεψες για να φας γλυκά κι εσύ βρίσκεσαι εδώ, τότε το έλκη­θρο πού είναι; πετάχτηκε ο Γρηγόρης.
— Χμ... Δεν επέστρεψα πίσω με το έλκηθρο, αλλά με το καραβάκι σας, εξήγησε ο Λιχούδης.
— Σαν να μη μας τα λες καλά! τον μάλωσε η Ισμήνη. Αφού κανείς μας δε σε είδε πάνω στο καράβι...
— Κορόιδο ήμουν να με δείτε; Είχα κρυφτεί μέσα σε μια βάρκα! Άσε που θα τρομάζατε κιόλας, αν με βλέ­πατε έτσι ξαφνικά.
— Πάντως, εγώ δε σε βρίσκω τρομακτικό αλλά χα­ριτωμένο, είπε ο Βαγγέλης.
— Μπλιαχ! Τέτοια προσβολή δε μου την έχουν κάνει άλλη φορά. Κάποτε, ο κόσμος με έτρεμε και τώρα με βρίσκουν, λέει, χα-ρι-τω-μέ-νο! φώναξε θυμωμένος ο Λιχούδης, κι όλοι ξέσπασαν σε γέλια.
— Να μας συγχωρείς, Λιχούδη, αλλά νομίζω πως τί­ποτα δεν μπορεί να μας εντυπωσιάσει. Απόψε τα εί­δαμε όλα, είπε κουρασμένα ο Σπύρος.
— Θα σας βοηθήσω στην αποστολή σας γιατί πρώ­τον θέλω να διορθώσω το λάθος που έκανα στον Αϊ-Βασίλη, και δεύτερον... με συγκινήσατε, βρε παλιόπαιδα, είπε ρουφώντας συγκινημένος τη μύτη του, ενώ απ' την τσέπη του έβγαλε έναν κουραμπιέ και τον μπουκώθηκε. Σου είπα πως η μαμά σου είναι κατα­πληκτική μαγείρισσα; ρώτησε την Ισμήνη, αλλάζο­ντας διάθεση μέσα σε δευτερόλεπτα. Μπορεί βέβαια να μου αρέσει να πειράζω τους ανθρώπους, όταν όμως τους θαυμάζω, γίνομαι χαλί να με πατήσουν!
— Επισκέφθηκες το σπίτι μας; ρώτησε ο Γρηγόρης με αγωνία.
— Ναι! Πολύ ωραία τα γλυκά σας, είπε πάλι το κατεργάρικο ξωτικό.
— Και τι σκανδαλιά πήγες και σκάρωσες εκεί; από­ρησε ο Σπύρος.
— Έσπασα πλάκα με το κορίτσι χιονάνθρωπο που είχατε έξω απ' το σπίτι σας. Της είπα «Έι, μικρούλα, είσαι για βόλτα; Διαθέτω διθέσιο έλκηθρο!». «Πες μου πού πάρκαρες κι έφτασα», μου απάντησε εκείνη.
—Κι εσύ της είπες; ζήτησε να μάθει η Ισμήνη.
— Της τα εξήγησα όλα.
— Δηλαδή μιλούσες με ένα χιονάνθρωπο; ρώτησε ο Σπύρος για να βεβαιωθεί.
εικόνα4Ο καλικάντζαρος έμεινε βουβός. Πώς ήταν δυνατό να πιαστεί κορόιδο, εκείνος που φημιζόταν για την κα­τεργαριά του; Και πώς ήταν δυνατό να μην το έχει κα­ταλάβει τόσο καιρό πως ο χιονάνθρωπος έκλεψε το έλκηθρο που είχε αφήσει αφύλαχτο;
— Μα καλά, ο χιονάνθρωπός σας είναι αληθινός; Θέλω να πω... ζωντανός; ρώτησε η Μαρία.
— Αμέ! Εμένα μου φάνηκε πως ζωντάνεψε τις προ­άλλες! Νόμιζα πως ήταν της φαντασίας μου. Τώρα, όμως, είμαι σίγουρη, απάντησε περήφανα η Ισμήνη.
— Σας λέω, όσο πραγματικός είμαι εγώ, άλλο τόσο πραγματικός είναι και ο χιονάνθρωπος, διαβεβαίωσε ο Λιχούδης.
— Πείτε σ' αυτά τα αστέρια να χαμηλώσουν το φω­τισμό τους, γιατί θα λιώσω πριν την ώρα μου. Ήρθε η ώρα να τα πούμε ένα χεράκι! ακούστηκε μια φωνή.
Τα παιδιά αντίκρισαν το κορίτσι χιονάνθρωπο με τα κόκκινα μαλλιά και την καροτένια μύτη.
— Εγώ έχω το έλκηθρο και λυπάμαι που σας το λέω, αλλά η φετινή Πρωτοχρονιά δε θα επιτρέψω να περάσει!
— Γιατί; φώναξαν όλα τα παιδιά με ένα στόμα.
— Γιατί, αν περάσουν οι γιορτές, θα λιώσω και θα εξαφανιστώ σαν να μην υπήρξα ποτέ!
Τα παιδιά άρχισαν να καταλαβαίνουν. Ο χιονάν­θρωπος είχε κλέψει το έλκηθρο απ' το Λιχούδη, κι έτσι, φτάνοντας στην Καισαρεία όπου όλες, μα όλες οι ευχές πραγματοποιούνται, έκανε την ευχή να μη βρεθεί το έλκηθρο του Αϊ-Βασίλη, κι αυτό για να μην περάσει η Πρωτοχρονιά και λιώσει στα πόδια του.
— Και γιατί δεν μπαίνεις σε ένα ψυγείο, να διατηρη­θείς; πρότεινε ο Γρηγόρης.
— Αλήθεια; Και ποιος θέλει ένα χιονάνθρωπο μέσα στο ψυγείο του για πάντα;
— Εγώ! Κι εγώ! Κι εγώ! πετάχτηκαν τα παιδιά.
— Και γιατί να παραμείνεις χιονάνθρωπος και να μη σε μεταμορφώσουμε σε αληθινό κοριτσάκι, να μεί­νεις εδώ μαζί μας για πάντα; ακούστηκε μια αγαπημέ­νη φωνή.
Ήταν ο Αϊ-Βασίλης. Είχε ακούσει τη φασαρία που γινόταν και πήγε να δει τι συμβαίνει. Τα είχε ακούσει όλα. Ο χιονάνθρωπος, από τη σαστισμάρα του, έσταξε μια σταλιά νερό.
— Θα εξακολουθήσω να έχω κόκκινα μαλλιά; ρώτη­σε το κορίτσι χιονάνθρωπος.
— Και φακίδες και όμορφο μυτάκι και μαύρα μάτια σαν τις ελιές, είπε ο Αϊ-Βασίλης.
— Σύμφωνοι! Θα με συγχωρήσετε όμως για την αναστάτωση που σας έφερα κάνοντας τόσες ανοη­σίες; ρώτησε δειλά το κορίτσι χιονάνθρωπος.
— Στη δική μας την παρέα χωράνε όλοι! Οι φασαριόζοι ακόμα περισσότερο, απάντησε ο Αϊ-Βασίλης.
— Όσο για μας, πρόσθεσε ο Γρηγόρης, έτσι και δεν ήσουν εσύ, δε θα είχαμε την ευκαιρία να βρεθούμε εδώ και να ζήσουμε αυτή την τόσο ξεχωριστή νύχτα. Γι' αυτό, μάλλον σου χρωστάμε χάρη.
Αμέσως ο χιονάνθρωπος μεταμορφώθηκε σε ένα κοριτσάκι με κόκκινα μαλλιά και φακίδες!
— Επιτέλους! Η ευχή μου πραγματοποιήθηκε! φώναξε χαρούμενα.
— Δεν είχες παρά να το ευχηθείς, είπε ο Αϊ-Βασίλης. Θα σε λέμε Λευκή.
— Να ζήσεις, Λευκή! φώναξαν όλα τα παιδιά μαζί.
— Δεν τις μπορώ τις συγκινητικές ιστορίες, όμως το όμορφο τέλος πάντα με συγκινεί, είπε αναστενάζο­ντας ο Λιχούδης ενώ έγλειφε τα δάχτυλά του από το μέλι μιας δίπλας που μόλις είχε φάει. Άντε στο καλό τώρα, γιατί πονοκεφάλιασα μαζί σας. Χάρηκα για τη γνωριμία, αλλά έχουμε και δουλειές να τακτοποιήσουμε!
— Εμείς θα τα ξαναπούμε! πρόσθεσε ο Αϊ-Βασίλης ανεβαίνοντας στο έλκηθρο του για να πιάσει δουλειά.
Είστε σπουδαία παιδιά. Χαίρομαι πολύ που σας γνώ­ρισα.
— Χρόνια Πολλά! φώναξαν όλα τα παιδιά μαζί και ανέβηκαν στο καράβι τους για να επιστρέψουν πίσω στα σπίτια τους.
— Χρόνια Πολλά, Καλή Χρονιά! φώναξε ο Αϊ-Βασίλης καθώς πετούσε με το έλκηθρό του ψηλά στον ου­ρανό.
Το τελευταίο πράγμα που θυμούνται τα παιδιά, ήταν ο ήχος από τα κουδουνάκια των τάρανδων...

Το επόμενο πρωινό η Ισμήνη και ο Γρηγόρης πετά­χτηκαν απ' τα κρεβάτια τους αλαφιασμένοι. Το πρώτο πράγμα που αντίκρισαν ήταν το καραβάκι τους, που αναβόσβηνε. Πάνω στα σεντόνια τους βρισκόταν πα­σπαλισμένη αστερόσκονη. Κοιτάχτηκαν με νόημα κι έτρεξαν στο σαλόνι. Μέσα στην κάλτσα που είχαν κρεμάσει για τα δώρα, βρήκαν ένα γράμμα.

Αγαπημένα μου παιδιά,

Χρόνια Πολλά κι Ευτυχισμένα σε όλους σας.

Τώρα πια που σας γράφω, έχω τελειώσει την απο­στολή μου γι' αυτή τη χρονιά. Χάρη στην πολύτιμη βοή­θειά σας, κατάφερα και φέτος να προσφέρω χαρά σε πολλά παιδιά του πλανήτη. Σας ευχαρίστησα γι' αυτό; Δε θυμάμαι! Αν όχι, σας στέλνω ένα μεγάλο «ευχαρι­στώ» απ' τα βάθη της καρδιάς μου.

Θα αναρωτιέστε πού βρίσκονται τα δώρα που πα­ραγγείλατε. Δυστυχώς, ο νόμος της Καισαρείας λέει πως τη δική σας ευχή την πραγματοποιήσατε εκεί πάνω, όταν ευχηθήκατε για άλλα παιδιά αντί για τον εαυ­τό σας. Αλλά και πάλι, τι να πω; Εσείς έχετε και σπου­δαίους γονείς! Όλο και κάποια ιδέα θα τους δώσω για να με βοηθήσουν! Γι' αυτό, δεν μπορώ να σας στείλω άλλο δώρο, παρά την ευχή μου να συνεχίσετε να είστε πολύτιμα πλάσματα. Είμαι βέβαιος πως αν συνεχίσετε έτσι, το μέλλον σας θα είναι λαμπρό σαν το αστέρι των Χριστουγέννων. Άλλωστε, μην ξεχνάτε: το να δίνεις, εί­ναι μεγάλη χαρά!

Με πολλή αγάπη, Άγιος Βασίλης

ΥΓ.: Έχετε πολλούς χαιρετισμούς από το Λιχούδη και τη Λευκή.

—Τι καλύτερο δώρο για ένα παιδί, από ένα ταξίδι στην Καισαρεία, συντροφιά με τον Αϊ-Βασίλη και την παρέα του; αναρωτήθηκε ο Γρηγόρης. Άραγε, ξέρει πόσο πολύ μας ευχαρίστησε η περιπέτεια μας;
— Νομίζω πως το ξέρει, απάντησε η Ισμήνη.
—Ελάτε να ανοίξουμε τα δώρα, ακούστηκε η φωνή του μπαμπά από το σαλόνι.
Τα παιδιά χαμογέλασαν ικανοποιημένα. Δεν ανυπο­μονούσαν, όμως, να ανοίξουν τα δώρα τους, όπως τις άλλες χρονιές. Δεν τους ένοιαζε καθόλου. Το δώρο τους το είχαν πάρει και με το παραπάνω! Όταν, όμως οι γονείς τους τους χάρισαν ένα πατίνι κι ένα κουτάβι, τα παιδιά τα ‘χασαν!
— Είπε πως καμιά φορά βοηθάνε και οι γονείς! φώ­ναξε ενθουσιασμένη η Ισμήνη.

Ξαφνικά, το κουδούνι της εξώπορτας άρχισε να χτυπάει σαν τρελό! Ο Γρηγόρης έτρεξε να ανοίξει την πόρτα, και τα παιδιά της γειτονιάς, αγόρια και κορίτσια, όρμησαν μέσα στο σπίτι!
— Ανοίξτε την τηλεόραση να δείτε τις ειδήσεις! φώ­ναζαν όλα μαζί, χαρούμενα.
Είδαν τις ειδήσεις και κατάλαβαν πως το θαύμα εί­χε ολοκληρωθεί! Η ευχή τους στην Καισαρεία, είχε πραγματοποιηθεί. Είχαν προσφέρει σε όσους το εί­χαν ανάγκη, το καλύτερο δώρο!

Ανεξήγητο φαινόμενα συνέβησαν χθες βράδυ, έλεγε ο παρουσιαστής των ειδήσεων. Χαμένα παιδιά βρήκαν τους γονείς τους ή θετούς γονείς για να τα προστατεύουν και να τα αγα­πούν, κι όλα, μα όλα τα παιδιά του κό­σμου κοιμήθηκαν σε ένα πραγματικά ζεστό και γεμάτο ασφάλεια σπιτικό. Στην Αφρική και στην Ασία, κι όπου αλλού υπάρχει πείνα, τα ποτάμια άρ­χισαν να αναβλύζουν γάλα και στα χωράφια φύτρωσαν σοκολάτες, σά­ντουιτς και κρουασάν. Από τα δέντρα κρέμονταν παγωτά, καραμέλες, τσιπς και ό,τι αρέσει στα παιδιά να τρώνε! Πολλοί είναι αυτοί που ισχυρίζονται πως είδαν ένα παραδοσιακό ελληνικό καραβάκι, γεμάτο παιδιά, να πετάει στον ουρανό...



Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου